A+ A-

La Diva: 40 Χρόνια

Γκαλά όπερας για τα 40 χρόνια από το θάνατο της Μαρίας Κάλλας

Dinara Alieva σοπράνο

Κρατική Ορχήστρα Αθηνών
Μουσική διεύθυνση: Μίλτος Λογιάδης

Συμπαραγωγή: Κρατική Ορχήστρα Αθηνών – Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Σε συνεργασία με το Διεθνές Καλλιτεχνικό Κέντρο Athenaeum


Από το μαγνητοσκοπημένο πρόγραμμα της βραδιάς μεταδίδονται οι εξής άριες:
GIUSEPPE VERDI (1813-1901)
- «Tacea la notte... Di tale amor» | [Ήσυχη η νύχτα απλώνονταν… Τέτοια αγάπη] από την όπερα Τροβατόρε
- «Timor di me?... D’amor sull’ali rosee» | [Φοβάται εμένα;… Πάνω στα ρόδινα φτερά στου έρωτα] από την όπερα Τροβατόρε
- «Ritorna vincitor» | [Γύρνα νικητής] από την όπερα Αΐντα
- Εισαγωγή από την όπερα Η δύναμη του πεπρωμένου
- «Pace, pace, mio Dio...» | [Γαλήνη, Θεέ μου, γαλήνη…] από την όπερα Η δύναμη του πεπρωμένου
 
 
GIACOMO PUCCINI (1858-1924)
- «Vissi d’arte» | [Έζησα για την τέχνη] από την όπερα Τόσκα
- «Ιn quelle trine morbide» | [Σ’ αυτά τα απαλά πέπλα της χρυσαφένιας κάμαρης] από την όπερα Μανόν Λεσκώ
 

VINCENZO BELLINI (1801-1835)
- «Casta diva»  | [Αγνή θεά] από την όπερα Νόρμα



2017 ΕΤΟΣ ΜΑΡΙΑΣ ΚΑΛΛΑΣ

ΜΕΓΑΛΕΣ ΟΡΧΗΣΤΡΕΣ – ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΡΜΗΝΕΥΤΕΣ
16 Σεπτεμβρίου 2017 | Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης


Η ζωντανή μετάδοση πραγματοποιείται σε συνεργασία με την Υπηρεσία ΔΙΑΥΛΟΣ της ΕΔΥΤΕ Α.Ε







 
Ντινάρα Αλίεβα βιογραφικό







Η ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΑΣ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ

Μέσα στον κόσμο της μουσικής όπου ζω, ανακάλυψα ότι όσο περισσότερα μαθαίνεις
τόσο συνειδητοποιείς πόσο λίγα ξέρεις. Δεν είναι εύκολο να μιλάς για τον εαυτό σου και
τη δουλειά σου με τρόπο εποικοδομητικό. […]
Η διασημότητα είναι ένα μπούμερανγκ, και κάθε καλλιτέχνης που θέλει να μείνει
πιστός στον εαυτό του και στην τέχνη του αισθάνεται εξαιρετικά ευάλωτος. […]
Θα προσπαθήσω να περιγράψω πώς προσεγγίζω έναν καινούργιο ρόλο. Ξεκινώ πάντα από το αν μου αρέσει η μουσική, αν σημαίνει κάτι για μένα και, φυσικά, αν μου
πηγαίνει ο ρόλος. Εφόσον το έργο μού αρέσει στο σύνολό του, αρχίζω να μαθαίνω τη μουσική. Σε αυτό το αρχικό στάδιο μοιάζω με μαθήτρια του ωδείου και δεν αφήνομαι να παρασυρθώ από τον μεγαλειώδη κόσμο της έμπνευσης και της δημιουργίας. Μαθαίνω τη μουσική όπως ακριβώς είναι γραμμένη. Δεν παίρνω καμία ελευθερία, ούτε με το ρετσιτατίβο. Αυτή τη στιγμή μόνο ο ρυθμός μετράει. Και το ρυθμό πρέπει να τον σεβαστείς.
Έπειτα έρχεται η σειρά του λιμπρέτου. Τι λέει; Αν έπρεπε να απαγγείλω το ρετσιτατίβο, πώς θα το έλεγα; Αρχίζεις τότε να επαναλαμβάνεις, σημειώνοντας τους τόνους, τις παύσεις, εντοπίζοντας εκείνα τα σημεία που προσδίδουν στη φράση νόημα. Προσπαθείς να επιτύχεις μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη μουσική και στο λόγο. […]
Τότε το θεατρικό ζώο που έχεις μέσα σου αρχίζει να υψώνει τη φωνή και να σου λέει:
«Προσοχή, αν αυτό το κάνεις όπως το ήθελε ο συνθέτης, το σύγχρονο κοινό μπορεί να πλήξει».
Τελικά όταν γίνουν όλα αυτά, σε διάστημα δύο ή τριών εβδομάδων, αισθάνεσαι τέτοια κόπωση και σύγχυση που θέλεις να τα παρατήσεις όλα για μία ή δύο μέρες.
Γι’ αυτό και εγώ εξαφανίζομαι τότε. Και μένω εντελώς μόνη, γιατί τότε πια γνωρίζω απέξω τη μουσική – δηλαδή, δεν έχω ανάγκη από συνοδό– έχω όλη τη μουσική μέσα στο κεφάλι μου. […]
Στη συνέχεια προσπαθώ να δω και να αισθανθώ προκαταβολικά αυτό που θα κάνω πάνω στη σκηνή. Ακόμη δεν έχω ιδέα τι θα κάνω αλλά προσπαθώ να συλλάβω τον τρόπο με τον οποίο θα αντιδρούσε η ηρωίδα, να βρω τις χαρακτηριστικές κινήσεις της. Σαν να φτιάχνω ένα γλυπτό –τα μάτια, τα μέλη, όλη τη θωριά– και να ταυτίζομαι με αυτό. Στιγμές στιγμές η ταύτιση είναι τόσο πλήρης που αισθάνομαι ότι είμαι η ηρωίδα. Έρχεται μετά η στιγμή που πρέπει να αποτραβηχτείς από την όλη υπόθεση. Φθάνεις, μάλιστα, στο σημείο καμιά φορά να αναρωτιέσαι αν γνωρίζεις καν το έργο που μελέτησες. Αλλά στην πραγματικότητα το γνωρίζεις, γιατί το υποσυνείδητό σου βρίσκεται σε πλήρη δράση. Στο δρόμο, τη νύχτα στο δωμάτιό σου κάποιες φράσεις ζωντανεύουν και σου αποκαλύπτονται. Για να ολοκληρωθεί όλο αυτό το έργο έχεις ανάγκη από ηρεμία και εμπιστοσύνη. Έχεις ανάγκη από αυτοπεποίθηση. Η εμπιστοσύνη στον εαυτό σου είναι όμως κάτι που
μπορεί πολύ εύκολα να ανατραπεί. Να γίνει φόβος ότι δεν θα σταθείς στο ύψος των περιστάσεων. Πολλές φορές παρεξηγήθηκα εξαιτίας αυτού του φόβου.
Όταν καμιά φορά οργίζομαι, η οργή έχει στόχο τον ίδιο μου τον εαυτό και όχι τους άλλους ανθρώπους. Είναι ένας τρόπος άμυνας. […] Για παράδειγμα, όταν με κοιτάζουν άνθρωποι την ώρα που δουλεύω, αισθάνομαι μεγάλη δειλία, που εξωτερικεύεται ως δυσαρέσκεια. Ειδικά στις πρόβες δεν μπορώ να ανεχτώ την παρουσία ξένων προσώπων. Υποθέτω –και πρέπει να το παραδεχτώ– ότι απλούστατα δεν έχω εμπιστοσύνη στον εαυτό μου. Αυτή είναι η ουσία του χαρακτήρα μου. Και έχει σχέση με αυτό που σας έλεγα, με την ταπεινότητα που νιώθω απέναντι στην τεράστια πρόκληση που αντιπροσωπεύειη όπερα. Όταν βλέπω μια παρτιτούρα, αυθόρμητα αντιδρώ με αισιοδοξία.
Λέω: «Να κάτι που θα ήθελα να κάνω και νομίζω ότι θα το κάνω καλά». Μόλις όμως καταπιαστώ με το έργο, εμφανίζεται η έλλειψη αυτοπεποίθησης. Με βασανίζουν αμφιβολίες και φόβοι. […]
Αυτά τα συναισθήματα είναι ειλικρινή• πηγάζουν από το ταμπεραμέντο του κάθε καλλιτέχνη – ίσως να αποτελούν συστατικά στοιχεία κάθε δημιουργικής προσωπικότητας.[…]
Αγωνίστηκα για να ζήσω σαν μια κανονική ανθρώπινη ύπαρξη. […]
Πολλές φορές μου συνέβη να βρεθώ σε καταστάσεις που ήταν τεχνητά διογκωμένες από το περιβάλλον μου και να αναρωτηθώ: «Προς τι όλη αυτή η φασαρία; […]
Τι θέλετε από μένα; Δεν είμαι παρά μια ανθρώπινη ύπαρξη που επιζητεί απλώς να ακολουθεί το ένστικτό της».

Από συνέντευξη που έδωσε στον άγγλο μουσικοκριτικό Derek Prouse το 1961.
Δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑγκαζίνο, 16.9.2001







ΤΟ ΠΙΟ ΛΑΜΠΡΟ ΑΣΤΕΡΙ ΕΝΟΣ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΥ ΜΟΥΣΙΚΟΥ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟΥ

«Όταν παίζει μουσική στο πολύαυλο όργανο, ο Ισαάκιος, γιος του περιπατητικού Αργυρόπουλου, ξεχωρίζει χάρις στον κανονικό συνδυασμό των μουσικών διαθέσεων που επιτυγχάνει. Γιατί όσοι θαυμάζουν περισσότερο τον Δομήνικο τον Βενετσιάνο και τον Δανιήλ τον Γερμανό αποσιωπούν στους επαίνους τους το γεγονός ότι αυτοί οι δύο χρησιμοποιούν, χωρίς καμία αίσθηση μέτρου, γρήγορα μουσικά περάσματα, χάρις στα οποία η ακοή πληρούται με ένα αίσθημα ποικιλίας, αλλά και εξαιτίας των οποίων οι περίτεχνες μουσικές διαθέσεις συσκοτίζονται.»
Το παραπάνω απόσπασμα, από ένα σύγγραμμα του Πάολο Κορτέζε (15ος αιώνας),
αναφέρεται στον πρόσφυγα βυζαντινό κατασκευαστή και βιρτουόζο εκτελεστή πληκτροφόρων Ισαάκιο Αργυρόπουλο (τον «καλύτερο επαγγελματία που διαθέτει σήμερα η Ιταλία», σύμφωνα με έναν μυστικοσύμβουλο του μιλανέζου δούκα Γκαλεάτσο Σφόρτσα)· ταυτόχρονα όμως μας υπενθυμίζει ότι η ιστορία των Ελλήνων που διακρίθηκαν ως μουσικοί εκτελεστές στη Δυτική Ευρώπη αρχίζει τουλάχιστον από την εποχή της Άλωσης. Πριν από τον αιώνα του Ρομαντισμού ωστόσο (προτού δηλαδή φιλοτεχνηθεί το πορτρέτο του ημίθεου βιρτουόζου εκτελεστή), η Ιστορία κατέγραψε λιγοστά μόνο ονόματα μουσικών που ξεχώρισαν για τις ερμηνευτικές αρετές τους: Ανάμεσα σ’ αυτά περίοπτη θέση διεκδικούν τα ελληνικά ονόματα των αδελφών Ιωσήφ και Πέτρου Πετρίδη.
Πρόκειται για δύο μουσικούς ελληνικής καταγωγής, σύγχρονους του Μότσαρτ και του Μπετόβεν, που γεννήθηκαν στην Πράγα και διακρίθηκαν ως κορνίστες σ’ ολόκληρη την Ευρώπη (ιδιαίτερα στην Αγγλία των λονδρέζικων συναυλιών του Σάλομον και του μουσικού φεστιβάλ της Υόρκης), θεωρούμενοι σήμερα «από τους σημαντικότερους κορνίστες όλων των εποχών» (δανείζομαι το χαρακτηρισμό από τον Κώστα Καρδάμη, που πρώτοςεντόπισε και παρουσίασε τους αδελφούς Πετρίδη).
Ο επόμενος, χρονολογικά, βιρτουόζος μουσικός ελληνικής καταγωγής που ανέπτυξε πανευρωπαϊκή δραστηριότητα και απέκτησε πανευρωπαϊκή φήμη ανήκει στη χορεία των μεγάλων πιανιστών του 19ου αιώνα, οι οποίοι επιδόθηκαν κατά κύριο λόγο στην ανάπτυξη της πιανιστικής δεξιοτεχνίας και, περιθωριακά, στον εμπλουτισμό του πιανιστικού ρεπερτορίου: Ο Κάμιλλος Σταμάτης (γνωστός με τη γαλλική γραφή του ονόματός του, Camille Stamaty, 1811-1870), γιος του έλληνα διπλωμάτη Κωνσταντίνου Σταμάτη, γεννήθηκε στη Ρώμη και καταγράφεται ως το αρχαιότερο μέλος της χορείας αυτής, η οποία περιλαμβάνει επίσης τον κατά ένα έτος νεότερο Ελβετό Ζίγκισμοντ Τάλμπεργκ, τον κατά δύο έτη νεότερο Γάλλο Σαρλ Βαλαντέν Αλκάν και τον κατά δεκαεπτά έτη νεότερο, γεννημένο στις ΗΠΑ, Λούις Μορώ Γκότσαλκ (ο πρώτος αυτός σημαντικός αμερικανός συνθέτης και πιανίστας, καθώς και ο Σαιν-Σανς, υπήρξαν οι δύο διασημότεροι μαθητές του Σταμάτη στο Εθνικό Ωδείο του Παρισιού). Προς το τέλος της ίδιας περιόδου (περί τα μέσα, δηλαδή, του 19ου αιώνα) εμφανίζεται και το όνομα της πρώτης ελληνίδας λυρικής τραγουδίστριας, που άρχισε μια πολλά υποσχόμενη καλλιτεχνική πορεία στα ιταλικά θέατρα, θυγατέρας ενός αξιόλογου ζακυνθινού ζωγράφου· ο γάμος, ωστόσο,της Ισαβέλλας Γιατρά (ή, επί το καθαρολογικότερο, Ιατρά) με τον συμπατριώτη της Παύλο Καρρέρ είχε αποτέλεσμα τη μόνιμη εγκατάστασή της στην Ελλάδα και την αφιέρωση του ταλέντου της σχεδόν αποκλειστικά στην ερμηνεία ρόλων από τις όπερες τουζακυνθινού συνθέτη. Αντίθετα, ο γάμος της υψιφώνου Χαρίκλειας Χαρικλή, γεννημένης στη Ρουμανία, με τον αξιωματικό του ρουμανικού στρατού Γεώργιο Χαρτουλάρη, δεν την εμπόδισε να εγκαταλείψει τη γενέτειρά της και, υπό το γαλλικό ψευδώνυμο Hariclée Darclée, να γίνει «μια πραγματική ντίβα διεθνούς φήμης που μεσουράνησε στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού αιώνα στα μεγαλύτερα λυρικά θέατρα του κόσμου»– σύμφωνα με την επιγραμματική φράση της Αύρας Ξεπαπαδάκου, η οποία ερεύνησε και πρωτοπαρουσίασε στην Ελλάδα συγκεντρωμένα τα στοιχεία για τη διασημότερη ίσως πρόδρομο και καλλιτεχνική πρόγονο της Κάλλας.
Εκτός από μερικές ακόμη, μικρότερης εμβέλειας, τραγουδίστριες από την ελληνική Διασπορά, που γνώρισαν κάποιες επιτυχίες στο εξωτερικό (η Ξεπαπαδάκου αναφέρει τα ονόματα ή ψευδώνυμα των R. d’Estrella, Όλγας Μιχαήλοβιτς και Μαρίας de Maurel), το διεθνές μουσικό στερέωμα του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα αρχίζει να φωτίζεται και με τη λάμψη αστέρων της μουσικής ερμηνείας γεννημένων (και,στις περισσότερες περιπτώσεις, εκπαιδευμένων) στο ίδιο το Ελληνικό Βασίλειο. Πράγματι, ανάμεσα στους παλαιότερους αποφοίτους του Ωδείου Αθηνών (ιδρύθηκε το 1871),που υπήρξαν και συμμαθητές του εκκολαπτόμενου τότε συνθέτη Σπύρου Σαμάρα, μπορεί κανείς να ξεχωρίσει τον βιολονίστα Αλκιβιάδη Ανεμογιάννη (με αρκετές μεταγενέστερες επιτυχίες στην Αθήνα και στο Παρίσι), τον λυρικό τραγουδιστή Γιάννη Αποστόλου (που πρόλαβε να γίνει γνωστός στο εξωτερικό, πριν από τον πρόωρο θάνατό του, το 1905) και τον διεθνούς καριέρας και ακτινοβολίας φλαουτίστα Ευρυσθένη Γκίζα (τον σημαντικότερο, ίσως, βιρτουόζο του οργάνου αυτού εκείνα τα χρόνια).
Μετά τον Αποστόλου και τον περίπου σύγχρονό του Περικλή Αραβαντινό (που, με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Άραμις σταδιοδρόμησε στο εξωτερικό, τραγουδώντας κυρίως ελληνικές δημοτικές μελωδίες σε διασκευή δική του, του Μπουργκώ-Ντυκουντραί και του Σαμάρα), μπορεί κανείς να καταγράψει ολόκληρη σειρά λυρικών τραγουδιστών που γεννήθηκαν και εκπαιδεύτηκαν στην Ελλάδα, για να διαπρέψουν εν συνεχεία στον διεθνή καλλιτεχνικό χώρο, πριν από την εμφάνιση της Μαρίας Κάλλας (1923-1977): Κωστής Νικολάου, Μιχάλης Βλαχόπουλος, Γεώργιος Χατζηλουκάς, Γιάννης Αγγελόπουλος, Κώστας Μυλωνάς, Πέτρος Επιτροπάκης, Τίτος Ξηρέλλης, Νίκος Μοσχονάς, Μαργαρίτα Πέρρα· και, από τον ευρύτερο ελληνισμό και τις παροικίες,Ελένη Βλαχοπούλου, Τιμόθεος Ξανθόπουλος, Οδυσσέας Λάππας, Βέρα Γιαννακοπούλου. Την ίδια εποχή – κατά το πρώτο, δηλαδή, ήμισυ του 20ού αιώνα, διαπρέπουν,επίσης, στο εξωτερικό οι ελληνίδες πιανίστριες Τζίνα Μπαχάουερ και Ρένα Κυριακού και, βεβαίως, ο Δημήτρης Μητρόπουλος (ως αρχιμουσικός).
Η διεθνής φήμη του τελευταίου και η παγκόσμια αποθέωση της Μαρίας Κάλλας οφείλουν, αναμφιβόλως, πολλά στο «σύστημα παραγωγής καλλιτεχνικών αστέρων» (star system), του οποίου η λειτουργία κορυφώθηκε κατά την πρώτη μεταπολεμική εικοσαετία.
Το ίδιο σύστημα, ωστόσο, ευνόησε και τη δημιουργία πολλών «ομάδων στήριξης» (διάβαζε: «πίεσης») με εθνικιστικές, οικονομικές, πολιτικές ή άλλες ρίζες – κυκλώματα και «λόμπι», τα οποία πολύ δύσκολα θα τηρούσαν ευνοϊκή στάση απέναντι στον οποιονδήποτε έλληνα καλλιτέχνη. Γι’ αυτό ο συντάκτης του παρόντος, όταν πληροφορείται για τις πρόσφατες επιτυχίες νεότερων ελλήνων μουσικών στο εξωτερικό, χαίρεται διπλά: Αφενός, προκαταβολικά, επειδή περιμένει να απολαύσει και εκείνος την ερμηνευτική τέχνη των άξιων συμπατριωτών του, αφετέρου επειδή μια ακόμη εντόπια παράδοση, που αρχίζει από τον Ισαάκιο Αργυρόπουλο, διατηρείται ζωντανή και καρποφόρα.

ΧΑΡΗΣ ΞΑΝΘΟΥΔΑΚΗΣ