A+ A-

Jules Massenet: Θαΐς

JULES MASSENET (1842-1912)

THAIS | ΘΑΪΣ
Όπερα σε τρεις πράξεις και επτά εικόνες (εκδοχή 1898)

Πρώτη παρουσίαση:
16 Μαρτίου 1894, Académie Nationale de Musique, Παρίσι
13 Aπριλίου 1898, Académie Nationale de Musique, Παρίσι (εκδοχή 1898)

Λιμπρέτο: Louis Gallet
βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Anatole France

Σκηνοθεσία: Αrnaud Bernard
Σκηνικά: Νίκος Πετρόπουλος
Κοστούμια: Carla Ricotti
Φωτισμοί: Vinicio Cheli
Χορογραφία: Gianni Santucci
Βοηθός σκηνοθέτη: Stefano Trespidi
Μουσική διδασκαλία σολίστ: Ζανέτ Πηλού
Μουσική προετοιμασία: Δημήτρης Γιάκας, Αφροδίτη Στυλιανίδου
Boηθός μαέστρου: Franck Villard

Μετάφραση λιμπρέτου: Αύρα Ξεπαπαδάκου



Θαΐς: Marlis Petersen
Αθαναήλ: Anthony Michaels-Moore 
Νικίας: Αντώνης Κορωναίος
Παλαίμων: Χριστόφορος Σταμπόγλης
Αλβίνα: Αλεξάνδρα Παπαντζιάκου
Κρωβύλη: Ειρήνη Κυριακίδου
Mυρτάλη: Αγγελική Καθαρίου
Αυλητρίδα: Βασιλική Καραγιάννη

Xορεύει η Giulia Condulmari

Χορωδία της ΕΡΤ
Διδασκαλία χορωδίας Δημήτρης Μπουζάνης

Ορχήστρα των Χρωμάτων
Μουσική διεύθυνση Michel Plasson 

Πλάνα από τις ταινίες «Ο γιος του Σεΐχη» και «Τα πάθη της Ζαν ντ’ Αρκ»
προβάλλονται μετά από ευγενή μεσολάβηση της Ταινιοθήκης της Ελλάδος.




7-15 Μαρτίου 2009
Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη
Μέγαρο Μουσικής Αθηνών



Η ζωντανή μετάδοση πραγματοποιείται σε συνεργασία με την Υπηρεσία ΔΙΑΥΛΟΣ της ΕΔΥΤΕ Α.Ε


Σύνοψη

ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ

Η δράση τοποθετείται στην πρωτοχριστιανική Αίγυπτο του 4ου μ.Χ. αιώνα. Χριστιανοί ασκητές ζουν σε κοινόβια μέσα στην απέραντη έρημο της Θηβαΐδας. Ο Αθαναήλ, ένας φωτισμένος ερημίτης, επιστρέφει έπειτα από μακρά απουσία στον καταυλισμό των κοινοβιατών. Η σκέψη του διακατέχεται από τη μορφή της Θαΐδας, μιας διάσημης ηθοποιού και εταίρας την οποία είχε γνωρίσει νεότερος και τώρα μεσουρανεί στην κοσμοπολίτικη Αλεξάνδρεια. Πεπεισμένος ότι είναι θέλημα Θεού να τη λυτρώσει από την ηθική εξαχρείωση, αναχωρεί για να τη συναντήσει, αγνοώντας τις σοφές παραινέσεις του πρεσβύτερου μοναχού Παλαίμονα για τους κινδύνους που διατρέχει όποιος ανακατεύεται με τα εγκόσμια.
Στην Αλεξάνδρεια, την πόλη των επίγειων ηδονών, ο Αθαναήλ επισκέπτεται έναν παλιό του φίλο, τον επικούρειο φιλόσοφο Νικία, στον οποίον αποκαλύπτει την πρόθεσή του να προσηλυτίσει τη Θαΐδα. Ο Νικίας καγχάζει μόλις το ακούει, όμως δεν αρνείται στον Αθαναήλ να τον φέρει σε επαφή με την περιβόητη εταίρα και πρόσφατη ερωμένη του, την οποία περιμένει να έρθει από στιγμή σε στιγμή. Διατάζει μάλιστα δύο σκλάβες, την Κρωβύλη και τη Μυρτάλη, να περιποιηθούν και να ευπρεπίσουν τον ατημέλητο ασκητή. Η άφιξη της Θαΐδας συνοδεύεται από επευφημίες και ζητωκραυγές μιας παρέας ηθοποιών και φιλοσόφων. Όσο ο Νικίας ερωτοτροπεί μαζί της, εκείνη ενοχλείται από το επίμονο, επικριτικό βλέμμα του ξένου. Όταν ρωτά ποιος είναι, ο Αθαναήλ της φανερώνει ότι έχει έρθει για να τη σώσει από την αμαρτία και να την επαναφέρει στο δρόμο της αλήθειας. Η Θαΐς τον περιγελά, διατρανώνοντας ότι η μόνη αλήθεια στη ζωή είναι ο έρωτας. Ο Αθαναήλ υπό τη χλεύη της ομήγυρης αποχωρεί, αλλά υπόσχεται στη Θαΐδα ότι θα επιστρέψει.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΑΞΗ
Στην έπαυλή της η Θαΐς, κουρασμένη από την κενότητα των κοσμικών συναναστροφών, προσεύχεται στη θεά Αφροδίτη ζητώντας να της χαρίσει αιώνιο κάλλος. Πιστός στην υπόσχεσή του, ο Αθαναήλ την επισκέπτεται και, μολονότι αναστατώνεται από τη γοητεία της, της κηρύσσει με πάθος τον εξιλασμό από τις αμαρτίες της σάρκας και την αφοσίωση στον ένα και μοναδικό Θεό. Εκείνη αμφιταλαντεύεται και, όταν μένει μόνη, περνά μια νύχτα διαλογισμού. Λίγο αργότερα δέχεται να ακολουθήσει τον ερημίτη στο νέο της ενδιαίτημα, τη μονή της ηγουμένης Αλβίνας. Πριν όμως αναχωρήσουν, ο Αθαναήλ της εξηγεί ότι πρέπει να καταστραφούν όλα όσα συνδέονται με την προηγούμενη, διεφθαρμένη της ζωή και την παρακινεί να πυρπολήσουν το σπίτι και τα υπάρχοντά της.
Έξω από την έπαυλη της Θαΐδας καταφθάνει μέσα στη μέθη και την ευθυμία ο Νικίας με τη συντροφιά του. Αμέσως στήνουν μια αυτοσχέδια υπαίθρια γιορτή, στην οποία πρωταγωνιστεί με τον αισθησιακό χορό της μια γητεύτρα φιδιών.Όλοι αιφνιδιάζονται αντικρίζοντας τη Θαΐδα ντυμένη ταπεινά και αποφασισμένη να εγκαταλείψει την Αλεξάνδρεια. Ξαφνικά η έπαυλή της τυλίγεται στους καπνούς και τις φλόγες. Το πλήθος εξαγριωμένο αρχίζει να λιθοβολεί τον Αθαναήλ. Ο Νικίας μόλις που κατορθώνει, πετώντας στο πλήθος χρυσά νομίσματα, να σώσει και τους δύο από το λιντσάρισμα και να τους φυγα¬δεύσει.

ΤΡΙΤΗ ΠΡΑΞΗ
Κατά τη διάρκεια μιας εξοντωτικής πορείας κάτω από τον καυτό ήλιο της ερήμου, η Θαΐδα δοκιμάζεται σκληρά, βαδίζοντας προς τη μεταμέλεια και τον εξαγνισμό της. Στο τέρμα της διαδρομής, ο Αθαναήλ παραδίδει τη νεοφώτιστη στη σεβάσμια ηγουμένη Αλβίνα και τις λευκοντυμένες μοναχές. Η Θαΐδα, εμφορούμενη από ειλικρινή πίστη, αποχαιρετά τον καθοδηγητή της για να αποσυρθεί στο κελί της. Παρακολουθώντας την ενώ απομακρύνεται, ο Αθαναήλ συνειδητοποιεί ότι όλον αυτό τον καιρό φλογιζόταν από ανίκητο πόθο για κείνη. Κλονισμένος επιστρέφει στο κοινόβιό του, όμως η σαγηνευτική μορφή της Θαΐδας δεν τον αφήνει να ησυχάσει καλώντας τον κοντά της. Σε απόγνωση εξομολογείται στον σοφό Παλαίμονα την αμαρτία του, όμως είναι πια αργά για να αποτινάξει τα δεσμά του πειρασμού. Όταν βλέπει σε όνειρο ότι το τέλος της Θαΐδας πλησιάζει, τρέχει πάλι πίσω στο ησυχαστήριο της Αλβίνας. Εκεί, ασυγκράτητος, εκμυστηρεύεται τον έρωτά του στην ετοιμοθάνατη Θαΐδα: τα πάντα είναι απατηλά, μόνο ο έρωτας υπάρχει. Τίποτε από όλα αυτά, όμως, δεν μπορεί να αγγίξει τη Θαΐδα, που ξεψυχά μέσα στη μακαριότητα της αγιοσύνης της.