A+ A-

Richard Strauss: Η Γυναίκα δίχως Σκιά


Όπερα σε τρεις πράξεις
Πρώτη παρουσίαση 10 Οκτωβρίου 1919, στην Κρατική Όπερα της Βιέννης


Ποιητικό κείμενο: Hugo von Hofmannsthal
Σκηνοθεσία:  Michael Hampe
Σκηνικά:  Hans Schavernoch
Κοστούμια:  Carlo Tommasi
Φωτισμοί:  Hans Toelstede
Βοηθός σκηνοθέτη:  Kornelia Repschlaeger
Μουσική διδασκαλία:  Gerhard Schluesslmayr 
                                     Καλλιόπη Γερμανού
Υποβολέας: Istvan Cserjan


Μετάφραση λιμπρέτου: Ιάκωβος Κοπερτί 

Αυτοκράτειρα:  Inga Nielsen
Αυτοκράτορας:  Ronald Hamilton
Γυναίκα του βαφέα:  Eva Marton
Βαφέας Μπάρακ:  Franz Grundheber 
Παραμάνα:  Marilyn Zschau
Αγγελιαφόρος: Siegfried Lorenz
Ένας φύλακας της πύλης:  Νίκος Σπανός
Η παρουσία του νεαρού:  Corby Welch
Φωνή του γερακιού:  Σιρανούς Τσαλικιάν
Φωνή από ψηλά:  Ελένη Λιώνα
Μονόφθαλμος:  Matteo De Monti
Μονόχειρας:  Andreas  Kohn
Καμπούρης:  Ferdinand Seiler
Τρεις ακόλουθοι:  Klaudia Delmer, Ελένη Λιώνα, Μυρτώ Παπαθανασίου
Εννέα υπηρέτριες:  Ελένη Βουδουράκη, Ελπινίκη Ζερβού, Μαρία Καραγιαννάκη, Catrin Kirchner, Eliza Klonovskaya, Μήνα Κοντογεωργίου,
Μαρισία Παπαλεξίου, Άννα Φιλανδριανού, Χιονοκ Φλωράκη
Τρεις φρουροί:  Γιώργος Κανάρης, Κώστας Μαυρογένης, Αρκάδιος Ρακόπουλος

Χορωδία  Fons Musicalis
Διεύθυνση Κωστής Κωνσταντάρας


Παιδική Χορωδία Ωδείου Kodàly
Διεύθυνση Μιχάλης Πατσέας



Danish National Symphony Orchestra
Μουσική διεύθυνση Michael Schønwandt


Συμπράττουν οι μουσικοί:
Τρομπέτες Γιώργος Λασκαρίδης, Αλέξανδρος Κάτσιος, Γιώργος Καλτσούνης, Γιάννης Μωραΐτης, Σπύρος Λασκαρίδης, Νίκος Σαρρής
Τρομπόνια  Θόδωρος Σούκερας, Μιχάλης Μιχαηλίδης, Γιάννης Αρβανιτάκης, Δημήτρης Σαββανής, Θεοδώρα Παπαστεργίου, Δημοσθένης Πολυμέρης

Μουσική προετοιμασία Σωκράτης Άνθης

Χρήστος Λιάτσος, κρουστά Ι
Μαριάνθη Πετριτσοπούλου, κρουστά ΙΙ
Βίκυ Στυλιανού, τσελέστα
Ουρανία Γκάσιου, εκκλησιαστικό όργανο

Συμμετέχουν στην παράσταση:
Αποστόλης Βασιλόπουλος, Πέτρος Γιωρκάτζης, Ευριπίδης Δίκαιος, Χάρης Ιωάννου, Δημήτρης Καλκανάκος, Δημήτρης Λαγκαδινός, Κατερίνα Μάρκου,
Μιμή Μπούτσικου, Ιωάννης Παπακώστας, Αλέξανδρος Παπανικολάου, Όλια Πριναράκης, Κυριακή Σιδηροπούλου, Γιώργος Σπέρτος,
Κατερίνα Στάγκα, Ιωάννα Τζώρα, Αντώνης Τσοτσιόπουλος



11 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2002
ΑΙΘΟΥΣΑ ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ


Η ζωντανή μετάδοση πραγματοποιείται σε συνεργασία με την Υπηρεσία ΔΙΑΥΛΟΣ της ΕΔΥΤΕ Α.Ε




ΣΥΝΟΨΗ

ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ
Μπροστά στα αυτοκρατορικά δώματα
Δώδεκα φεγγάρια τώρα, στη χάση κάθε φεγγαριού, ένας Αγγελιαφόρος επισκέπτεται την παραμάνα της Αυτοκράτειρας για να ρωτήσει αν η κυρά της απέκτησε σκιά. Η απάντηση είναι και τη δωδέκατη φορά αρνητική. Απομένουν τρεις μέρες για να εκπνεύσει η διορία. Μόνο αν η Αυτοκράτειρα αποκτήσει σκιά μπορεί να μένει με τον Αυτοκράτορα και τους ανθρώπους. Αλλιώς θα επιστρέψει στον Κάικομπαντ, τον πατέρα της, κι ο Αυτοκράτορας θα πετρώσει. Γιατί η Αυτοκράτειρα είναι ένα άτακτο ξωτικό, που ξέφυγε από την άγρυπνη επιτήρηση της Παραμάνας μεταμορφωμένη σε λευκή γαζέλα. Ο Αυτοκράτορας την είδε και την κυνήγησε με τη βοήθεια του κόκκινου γερακιού του, άλλα όταν έπεσε πάνω της με το δόρυ του, εκείνη μεταμορφώθηκε σε κοπέλα. Μες στην ερωτική μέθη της, ωστόσο, ξέχασε την κατάρα που είναι χαραγμένη στο φυλαχτό της. Δώδεκα φεγγάρια τώρα είναι γυναίκα του, όμως μόνο τις νύχτες, τη μέρα ο Αυτοκράτορας βγαίνει να κυνηγήσει αλλά και να ψάξει το κόκκινο γεράκι που πλήγωσε από ζήλια επειδή τόλμησε κι άγγιξε για μια στιγμή τη γαζέλα.
Το γεράκι εμφανίζεται στην Αυτοκράτειρα και της θυμίζει την κατάρα. Η Αυτοκράτειρα παρακαλά την Παραμάνα να τη βοηθήσει να βρει σκιά. Εκείνη της λέει ότι για κάτι τέτοιο πρέπει να κατέβουν στους ανθρώπους και στον κάθε άλλο παρά όμορφο κόσμο τους.

Στο σπίτι του βαφέα Μπάρακ
Φτώχεια και γκρίνια στο σπίτι του καλόβουλου βαφέα, το οποίο είναι εργαστήριο και κατοικία μαζί. Η Γυναίκα του θέλει να διώξει από το σπίτι τους τρεις αδελφούς του, τον Μονόφθαλμο, τον Μονόχειρα και τον Καμπούρη. Εκείνος της λέει ότι υπάρχει φαΐ για όλους κι ακόμη περισσότερους, και ρωτά πότε θα του χαρίσει επιτέλους παιδιά. Εκείνη αποφεύγει τα χάδια του και επιμένει να τους διώξει. Ο Μπάρακ φεύγει για την αγορά.
Από το πουθενά εμφανίζονται, φτωχοντυμένες τώρα, η Παραμάνα και η Αυτοκράτειρα. Η Παραμάνα φουσκώνει τα μυαλά της Γυναίκας λέγοντάς της ότι είναι πολύ όμορφη για να μαραθεί γεννοβολώντας μέσα στη φτώχεια. Της προτείνει λοιπόν να πουλήσει τη σκιά της με αντάλλαγμα αμάραντη ομορφιά, απόλυτη εξουσία στους άντρες, αλλά και αμύθητα πλούτη. Για να τη δελεάσει της δίνει ένα διάδημα με μαργαριτάρια και πετράδια. Βέβαια, για να αποδεσμευτεί από τη σκιά της, πρέπει να απαρνηθεί για πάντα τη μητρότητα. Το τελικό «ναι» θα τους το πει αφού πρώτα την υπηρετήσουν μαζί με την Αυτοκράτειρα τρεις μέρες στο σπίτι. Επειδή ακούγεται ο Μπάρακ που επιστρέφει, η Παραμάνα με μαγικό τρόπο ρίχνει πέντε ψαράκια στο τηγάνι, χωρίζει στα δύο το συζυγικό κρεβάτι και εξαφανίζεται μαζί με την Αυτοκράτειρα. Με παιδικές φωνές τα πέντε ψαράκια ζητούν από τη Γυναίκα, την οποία αποκαλούν «μητέρα», να τα φέρει στη ζωή.
Η Γυναίκα ανακοινώνει στον Μπάρακ ότι χωρίζουν από κλίνης και ότι την επόμενη μέρα θα έρθουν δύο θείες της να μείνουν στο σπίτι και να την υπηρετούν. Ο Μπάρακ πικραίνεται που τον απομακρύνει, αλλά δεν αντιδρά.
Ακούγονται οι φωνές των Φρουρών που λένε ότι οι σύζυγοι πρέπει να αγαπιούνται, γιατί μόνο με τον έρωτα γεφυρώνεται η άβυσσος του θανάτου και διαιωνίζεται ο σπόρος της ζωής. Ο Μπάρακ τη ρωτά αν τους ακούει, αλλά εκείνη τον αγνοεί.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΑΞΗ
Στο σπίτι του βαφέα Μπάρακ
Η Παραμάνα βάζει σε πειρασμό τη Γυναίκα, λέγοντάς της ότι θα καλέσει τον άντρα της καρδιάς της. Εκείνη αρνείται πως αγαπά οποιονδήποτε, αλλά τελικά παραδέχεται ότι κάποτε είχε κοιτάξει ερωτικά κάποιον νεαρό. Η Παραμάνα δίνει τη μορφή του σε μια σκούπα και προτρέπει το ζευγάρι να βιαστεί να γευτεί την ευτυχία. Η Αυτοκράτειρα απογοητεύεται με την ευκολία με την οποία ενδίδουν οι άνθρωποι. Πριν συμβεί οτιδήποτε, όμως, επιστρέφουν ο Μπάρακ και οι αδελφοί του. Έχουν πουλήσει όλη την πραμάτεια τους και, φορτωμένοι με ψώνια, ετοιμάζονται να το γιορτάσουν. Τους συνοδεύουν ζητιανάκια που κι αυτά θα πάρουν μέρος στο φαγοπότι. Όμως η σύζυγος, που προσγειώνεται απότομα στην πεζή πραγματικότητα, αρνείται τις περιποιήσεις του άντρα της αλλά και να συμμετάσχει στη γιορτή.

Στο αυτοκρατορικό κυνηγετικό περίπτερο
Η Αυτοκράτειρα στέλνει μήνυμα στον άντρα της ότι θα μένει τρεις μέρες με την Παραμάνα στο κυνηγετικό περίπτερο. Το γεράκι οδηγεί εκεί τον Αυτοκράτορα για να κρυφτεί και να δει τι συμβαίνει. Όταν εμφανίζονται οι δύο γυναίκες, ο Αυτοκράτορας οσμίζεται πάνω της ανθρώπινη μυρωδιά. Δεν του μένει παρά να τη σκοτώσει. Όμως ούτε το βέλος, ούτε το σπαθί, ούτε τα χέρια του υπακούουν, γι’ αυτό παρακαλά το άλογο και το γεράκι να τον οδηγήσουν κάπου όπου δεν θα ακούγεται ο θρήνος του.

Στο σπίτι του βαφέα Μπάρακ
Η Παραμάνα ρίχνει υπνωτικό στο ποτό του Μπάρακ για να μπορέσει να καλέσει πάλι τον νεαρό αγαπημένο της Γυναίκας. Εκείνη, που λίγο πριν ειρωνευόταν τον άντρα της και προς στιγμή δείχνει να ενδίδει στον νεαρό, ξαφνικά τρομάζει για την πράξη της και ξυπνά τον Μπάρακ. Τον προειδοποιεί όμως ότι θα τη χάσει αν συνεχίσει να μην την ακούει.

Στο αυτοκρατορικό κυνηγετικό περίπτερο και στον κόσμο των ξωτικών
Ενώ η Αυτοκράτειρα βρίσκεται μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, μια χορωδία καλεί τον Αυτοκράτορα να πιει το νερό της ζωής, στο κατώφλι του θανάτου. Εκείνος διστάζει. Το γεράκι θρηνεί ότι η γυναίκα δεν ρίχνει σκιά και ο Αυτοκράτορας θα πετρώσει.

Στο σπίτι του βαφέα Μπάρακ
Η Αυτοκράτειρα ευγνωμονεί τον Μπάρακ που εδραίωσε την πίστης της στους ανθρώπους, αλλά η Γυναίκα τού ανακοινώνει ότι αποφάσισε να τον ξεριζώσει από μέσα της, να μη γίνει μάνα, να πουλήσει τη σκιά της. Οι αδελφοί επιβεβαιώνουν ότι δεν έχει πια σκιά. Τότε ο Μπάρακ εξοργίζεται και ζητά τη βοήθειά τους για να τη σκοτώσει. Εκείνοι τον αποτρέπουν, σε αντίθεση με την Παραμάνα που θέλει να του συμπαρασταθεί, αφού με τη δήλωση της Γυναίκας η σκιά της ανήκει πια στην Αυτοκράτειρα. Όμως η Αυτοκράτειρα αρνείται να πάρει μια αιματοβαμμένη σκιά και αποφασίζει να επικαλεστεί ανώτερες δυνάμεις ώστε να βοηθήσουν τη Γυναίκα. Συντελείται έτσι μια απότομη αλλαγή και η Γυναίκα ομολογεί ότι πρόδωσε τον άντρα της μόνο με λόγια. Τότε το σπαθί του Μπάρακ, ο οποίος ετοιμαζόταν να τη χτυπήσει, φεύγει απ’ το χέρι του, η γη ανοίγει και νερό εισβάλει στο εσωτερικό του σπιτιού. Το ζευγάρι βυθίζεται στη γη.

ΤΡΙΤΗ ΠΡΑΞΗ
Κάτω από τη γη
Η Γυναίκα και ο Μπάρακ, μόνοι σε δύο χωριστά υπόγεια κελιά, μετανιώνουν για τις πράξεις, ή καλύτερα τις προθέσεις τους: εκείνη που πήγε να τον απατήσει και να τον εγκαταλείψει, εκείνος που θέλησε να τη σκοτώσει. Μια φωνή από ψηλά τους καλεί στο φως.

Στον κόσμο των ξωτικών
Μια βάρκα χωρίς βαρκάρη οδηγεί την Παραμάνα και την Αυτοκράτειρα σε έναν τόπο όπου λίγο πριν έχουμε δει τον Αγγελιαφόρο και τα αρωγά πνεύματα μπροστά σε έναν αρχαιοπρεπή ναό. Η Παραμάνα εκλιπαρεί να φύγουν. Η Αυτοκράτειρα ακούει ένα σάλπισμα και υποθέτει ότι είναι κάλεσμα σε δίκη, όπου ο πατέρας της θα δικάσει το άλλο μισό της. Όταν εκμαιεύει από την Παραμάνα ότι βρίσκονται στο κατώφλι του θανάτου και πίσω από την πύλη αναβλύζει το νερό της ζωής, αποφασίζει να το γευτεί και να ράνει μ’ αυτό τον καλό της. Κι ενώ η Παραμάνα μένει έξω και καταριέται τους ανθρώπους, εκείνη περνά την πύλη. Ακούγονται οι φωνές του Μπάρακ και της Γυναίκας, που ψάχνουν ο ένας τον άλλον. Η Παραμάνα προσπαθεί να τους παραπλανήσει και να τους εμποδίσει να βρεθούν, ενώ οδύρεται για την Αυτοκράτειρα. Όταν ζητά να απολογηθεί στον Κάικομπαντ, ο Αγγελιαφόρος τη διώχνει λέγοντάς της ότι αγνοεί το πραγματικό θέλημα Εκείνου και της ανακοινώνει την τιμωρία της: στο εξής θα ζει με τους μισητούς της ανθρώπους.

Στο εσωτερικό του ναού
Η Αυτοκράτειρα, με την προτροπή αρωγών πνευμάτων, προχωρεί στο εσωτερικό του ναού. Απευθυνόμενη στον πατέρα της, ζητά να της δείξει τη θέση της ανάμεσα στους ανθρώπους κι ας μην αγόρασε με παζάρια κάποια σκιά. Δηλώνει ότι έχει έρωτα στην καρδιά και έτσι δεν χρειάζεται ούτε το νερό της ζωής που κάποια φωνή την προτρέπει να πιει για να γίνει δική της η σκιά της Γυναίκας. Και ενώ ο Μπάρακ και η Γυναίκα του ψάχνουν ο ένας τον άλλο, η Αυτοκράτειρα νιώθει ένοχη απέναντι στον βαφέα και ζητά από τον πατέρα της να τη δικάσει. Τότε η καλυμμένη μεσαία κόγχη φωτίζεται έντονα και πίσω από το πέπλο διαφαίνεται ο πετρωμένος Αυτοκράτορας. Μόνο τα μάτια του είναι ζωντανά. Από ενοχή, η Αυτοκράτειρα θέλει να πεθάνει μαζί με τον αγαπημένο της. Πάλι η φωνή την προτρέπει να πιει. Όμως εκείνη αρνείται. Με αυτό το «όχι» η Αυτοκράτειρα αποκτά ξαφνικά σκιά, ο Αυτοκράτορας σηκώνεται από το θρόνο και ακούγονται οι φωνές των Αγέννητων που ζητούν να γεννηθούν.

Στον χρυσό καταρράκτη
Ενώ το αυτοκρατορικό ζεύγος κατεβαίνει από ψηλά, η Γυναίκα και ο Μπάρακ συναντιούνται στις δύο πλευρές ενός χρυσού καταρράκτη. Καθώς ο Μπάρακ απλώνει τα χέρια προς το μέρος της, βλέπει ξαφνικά τη σκιά της. Μια σκιά που γίνεται γέφυρα ώστε να αγκαλιαστούν οι σύζυγοι πάνω από το νερό. Ευτυχισμένος, ο Μπάρακ υπόσχεται να κάνει τα πάντα για τα αγέννητα παιδιά του. Ο Αυτοκράτορας από ψηλά συγκινείται με το ζευγάρι και τον κόσμο των κοινών θνητών, ενώ η Αυτοκράτειρα και η Γυναίκα λένε «ναι» στη σκιά, «ναι» στην αγέννητη ακόμα ζωή.


****